Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Γιώργης Βασσάλος: Από τους πρωτοπόρους του συνδικαλισμού στο Ρέθυμνο

Ήταν από τους ιδρυτές του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου και του Σωματείου Οδηγών • Γνώρισε και τη φρίκη του Ματχάουζεν για την αντιστασιακή του δράση.

Πρόκειται για τον Γιώργη Ι. Βασσάλο, που έζησε μια περιπετειώδη ζωή, αλλά κανένας δεν μίλησε ποτέ για την προσφορά του. Εκτός από τον Νίκο Περακάκη το δάσκαλο και συγγραφέα, που τον κράτησε στην ιστορική μνήμη μέσα από το βιβλίο του που αναφέρεται σε πολλούς ακόμα αγωνιστές. Εκεί ο αξέχαστος δάσκαλος και αγωνιστής έχει ένα πλήρες βιογραφικό του Γιώργη Βασσάλου από το οποίο και πήραμε τα στοιχεία για το αφιέρωμα αυτό.




Από μικρός στα βάσανα

Σύμφωνα με αυτό το βιογραφικό που αναφέρεται στο βιβλίο, ο Γιώργης Βασσάλος, γεννήθηκε το 1897 στο ιστορικό Μελιδόνι και ανήκε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια που είχε όμως βαθιές ιστορικές ρίζες.
Σαν τέλειωσε το τετρατάξιο σχολείο του χωριού του, εργάστηκε σαν επιπλοποιός στο Ρέθυμνο και το 1915 πήγε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε, για ένα μικρό διάστημα, σε ξενοδοχείο.
Από μικρός δηλαδή είχε δοκιμάσει το πικρό ψωμί του μεροκάματου. Στην Αθήνα γνώρισε και τους πρωτοπόρους των συνδικαλιστικών αγώνων κι άρχισε να καλλιεργείται μέσα του ο σπόρος της ανάγκης για κοινωνική δικαιοσύνη.
Γύρισε στο χωριό του το 1917 και κατετάγη στη Χωροφυλακή. Με τη μεσολάβηση του τότε βουλευτή Νίκου Ασκούτση τοποθετήθηκε στη Στρατονομία της 13ης Μεραρχίας.
Έλαβε μέρος στο Μακεδονικό μέτωπο, στην εκστρατεία της Ουκρανίας κι έπειτα πολέμησε στη Μικρά Ασία μέχρι το Καλέ Γκρότο.
Μετά την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου τον έστειλαν στο Πεζικό όπου τον βρήκε η κατάρρευση. Από εκεί τον βρίσκουμε στη Θεσσαλονίκη με τον αδερφό του, εργαζόμενο σε αυτοκίνητο. Έτσι έγινε οδηγός.

Αρχίζει κοινωνικούς αγώνες

Το 1924 έφυγε για τον Πειραιά όπου και ξεκίνησε την ενεργό δράση του στο κόμμα που εξέφραζε την ιδεολογία του. Στο Κομμουνιστικό Κόμμα τον οργάνωσε ο χωριανός του Κωστής Βασσάκης.
Λίγο αργότερα επέστρεψε στο Ρέθυμνο κι εδώ με τους Νίκο Τσαλδάρη, Μανόλη Αναγνωστάκη, Ηρακλή Ζώνο, Μιχάλη Γριντάκη, Μανόλη Τζεδάκη, Μανόλη Πλεύρη και Κώστα Κούνουπα συγκροτούν την πρώτη κομμουνιστική οργάνωση στο νομό μας.
Το 1932 διορίστηκε οδηγός στον καταβρεχτήρα του δήμου και στην Πυροσβεστική. Πρωτοστατεί κι εδώ για την ίδρυση του πρώτου σωματείου οδηγών με πρόεδρο τον ίδιο.
Σαν οδηγός άφησε εποχή. Κατάβρεχε το δρόμο καταλαγιάζοντας τη σκόνη, μοίραζε νερό. Και όλοι...έπιναν νερό στ’ όνομά του. Ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Το εγκώμιό του έπλεκαν επαγγελματίες και νοικοκυρές κάθε που περνούσε από τη γειτονιά τους.
-Αυτός είναι ο άνθρωπος που φέρνει τη δροσιά.
- Ο Βασσάλος ο «καταβρεχτήρας».
Κι όταν μοίραζε νερό τον συνόδευε η ευχή «Η ψυχή του να το βρει».

Ιδρύεται το Εργατικό Κέντρο

Ο Γιώργης δεν έπαψε ποτέ ν’ αγωνίζεται για τα δικαιώματα των εργαζομένων. Κι επειδή κάθε ειλικρινής αγωνιστής πιστεύει πάνω απ’ όλα στο «εμείς» προχώρησε με άλλους συνοδοιπόρους του στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου το 1932.
Στο πρώτο εκείνο Διοικητικό Συμβούλιο, πρόεδρος ήταν ο Βασσάλος, αντιπρόεδρος ο Φραγκιάς Βλαχάβας, γενικός γραμματέας ο Αντώνης Τσουράκης, ταμίας ο Τίτος Ριακωτάκης, έφορος Μανόλης Στεφάνου και μέλη Γιώργης Παπαδάκης, Σάββας Τσιμπούκας, Χαράλαμπος Κιαγιάς και Νίκος Μπενής.
Ήρθε όμως η Μεταξική δικτατορία ν’ ανακόψει την πλούσια δράση των πρωτοπόρων αυτών συνδικαλιστών και το 1939 συλλαμβάνει 28 από αυτούς. Μετά από φρικτά βασανιστήρια στα κρατητήρια της Ασφάλειας, έστειλε στην εξορία του Ζώνο, Αναγνωστάκη, Γριντάκη και Σιμιτζή. Οι τρεις πρώτοι πέθαναν στα ξερονήσια και στην Ακροναυπλία από τις κακουχίες.
Στον πόλεμο του ΄40 η πατρίδα θυμήθηκε κι αυτά τα παιδιά της που πλήρωναν το τίμημα της ιδεολογίας τους σε φυλακές και εξορίες.
Ήρθε η Μάχη της Κρήτης να γράψει μια νέα εποποιία. Ο Γιώργης Βασσάλος με τον καταβρεχτήρα του έσπευδε σε κάθε πυρκαγιά και με το τουφέκι στο χέρι πολεμούσε τον εχθρό.
Ακολούθησαν τα χρόνια της Κατοχής. Μέσα στα τόσα της δεινά ήταν και οι αγγαρείες. Ο Βασσάλος επιτάσσεται για να μεταφέρει με την υδροφόρα του δήμου νερό στα Γερμανικά έργα.

Η δράση του στην αντίσταση

Ωστόσο είναι από τους πρώτους που οργανώθηκε στην Αντίσταση. Η πρώτη του αποστολή ήταν να καταστρέψει το αυτοκίνητό του για να μη μεταφέρει νερό και άλλα υλικά στα υπό κατασκευή γερμανικά οχυρά. Στην ομάδα του στο μεταξύ είχε προσχωρήσει κι ένας...Γερμανός αντιφασίστας. Με τη βοήθειά του ο Βασσάλος και οι άλλοι προώθησαν στο στρατόπεδο των Ρώσων και άλλων συμμάχων αιχμαλώτων τρόφιμα που είχαν μαζέψει σε εξαιρετικά τολμηρές επιχειρήσεις.
Ο Γιώργος Βασσάλος διακρινόταν για την τόλμη και τη γενναιότητά του Δεν δίστασε να διαρρήξει το γραφείο του μηχανικού του δήμου, να πάρει το χάρτη του Ρεθύμνου και να τον παραδώσει στην Οργάνωση για να τον στείλει στη Μέση Ανατολή, όπως είχε διατάξει το εκεί στρατηγείο.

Σύλληψη και στρατόπεδο

Κατακτητές και δοσίλογοι δεν άργησαν να επισημάνουν τη δράση του. Στις 16 Ιουνίου του 1943, συλλαμβάνεται μαζί με τους Γιώργη Γιακουμογιαννάκη, δικηγόρο, Νίκο Ανδρουλιδάκη δικηγόρο, Γιάννη Μαρνιέρο-Δημητρακάκη (Ζαμπράκο), Αντώνη Παπαδάκη, Μανόλη Σπηλιανάκη, Σπύρο Σοφουλάκη, Γιάννη Ευαγγελίδη, επιθεωρητή, Γιώργη Μοράκη, Βασίλη Σπανδάγο, Νίκο Μπιράκη, δικηγόρους, Ματζουράκη και Γιώργη Περακάκη, γιατρό.
Στην ίδια φουρνιά των συλλήψεων ήταν επίσης ο Μύρων Μαθιουδάκης από την Κοξαρέ με άλλους χωριανούς του και από τον Άγιο Σύλα ο Γιάννης Παρασύρης.
Τους μετέφεραν στο Ηράκλειο, χωρίς κανένας να ξέρει ακριβώς ποια θα ήταν η τύχη του. Εκεί άφησαν τους δικηγόρους Νίκο Μπιράκη και Βασίλη Σπανδάγο, το γιατρό Γιώργη Περακάκη τον επιθεωρητή Γιάννη Ευαγγελίδη και το Γιάννη Μαρνιέρο. Τους άλλους έστειλαν σε γερμανικά στρατόπεδα όπου άφησαν την τελευταία τους πνοή, κάτω από τις γνωστές απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, ο δικηγόρος Γιακουμογιαννάκης, ο Γιάννης Παρασύρης, ο Γιώργης Μοράκης και πολλοί άλλοι πατριώτες.
Ο Γιώργης Βασσάλος κατέληξε στο φρικτό στρατόπεδο του Ματχάουζεν. Ήταν το κεντρικό από το οποίο και γίνονταν οι μεταγωγές σε άλλα στρατόπεδα. Εκεί μέχρι τις 5 του Μάη 1945 έζησε τη φρίκη της ναζιστικής θηριωδίας.
Γύρισε στο Ρέθυμνο, ένα ανθρώπινο ράκος αλλά με ατσάλινη θέληση να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή. Αλλά λογάριαζε χωρίς τους μισαλλόδοξους παράγοντες που δεν τον άφησαν να πάρει ανάσα. Το αποκορύφωμα ήταν να τον απολύσουν από το Δήμο το 1948.

Πάντα με το κεφάλι ψηλά

Κι όμως παρά το γεγονός ότι το κορμί του υπέφερε ακόμα από τα κατάλοιπα που είχαν αφήσει τα βασανιστήρια, έκανε κουράγιο και με χίλια βάσανα προσπάθησε να συντηρεί την οικογένειά του. Εκείνος μόνο ήξερε πως μεγάλωσε τα τρία του παιδιά, το Νίκο, τη Μαρία και τη Στέλλα του.
Την ίδια εποχή που δοσίλογοι και μαυραγορίτες, απολάμβαναν μια άνετη ζωή, εκείνος αναγκάστηκε να πουλήσει τη μικρή περιουσία του, μέχρι και τα χρυσαφικά της ηρωίδας επίσης συντρόφου για να επιβιώσει.
Καμιά δυσκολία δεν τον γονάτισε. Συνέχισε να αγωνίζεται. Κι ήρθε ο καιρός να απολαύσει τους καρπούς του μόχθου του. Αποκατέστησε θαυμάσια τα παιδιά του που όλη η τοπική κοινωνία καμάρωνε και έζησε τα τελευταία του χρόνια με τη Μαρία του και το γαμπρό του τον κ. Μάρκο Παπαδάκη, γνωστό μας από την υπηρεσία του στο ΙΚΑ Ρεθύμνου για τον οποίο τόσοι συμπολίτες αναφέρουν με ευγνωμοσύνη το όνομά του, καθώς ενθυμούνται πόσο πρόθυμος ήταν πάντα να τους εξυπηρετήσει.
Η περηφάνια του Γιώργη Βασσάλου και η τακτική του να μην επιβαρύνει τους ανθρώπους του με τα προβλήματα της ηλικίας, του στοίχισε τη ζωή. Χωρίς να πει σε κανέναν το πρόβλημά του υπέφερε για μερικές μέρες κι όταν αναγκάστηκε να το αναφέρει ήταν αργά. Πέθανε στις 30 του Μάη 1982, σε ηλικία 85 χρόνων.
Νιώσαμε την ανάγκη να ανασύρουμε από τη λήθη αυτόν τον ήρωα μέσα από το βιβλίο του Νίκου Περακάκη και με νεότερα στοιχεία που πήραμε από τον γαμπρό του τον κ. Μάρκο Παπαδάκη που τον θυμάται με συγκίνηση και μας μίλησε με αγάπη γι΄αυτόν. Γιατί αλίμονο αν ξεχνάμε ανθρώπους που θυσίασαν τα νιάτα τους σε αγώνες κι έζησαν τη φρίκη των στρατοπέδων για να είμαστε ελεύθεροι. Αλίμονο αν ξεχνάμε ανθρώπους που κάποιοι τους χρωστούσαν μια συγγνώμη αλλά δεν τη ζήτησαν ποτέ. Θέμα ψυχικού αναστήματος βλέπετε.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑ ΛΑΔΙΑ
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΔΟΓΑΝΗΣ, συνταξιούχος βιβλιοθηκάριος

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

ΠΑΛΙΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΕΘΕΜΝΟΥ

                               Φωτο απο το βιβλιο της Αγγελικης Ιγγλεση

                                             ΣΚΟΥΛΗ ΜΠΑΜΠΑΣ                                                                                  Έσο δίκαιος

Κάποτε τον καιρό της Τουρκοκρατίας ειδοποιήθη ο διοικητής (Βαλής) της Κρήτης ότι οι Ρεθεμνιώτες Χριστιανοί ετοιμάζουν επανάσταση.
Μια και δυο φθάνει στο Ρέθυμνο ο Βαλής, καλεί σε σύσκεψη τους Τούρκους προύχοντας του τόπου και ζητεί να του υποδείξουν χριστιανούς να τους συλλάβει και να τους σκοτώσει. Οι προύχοντες φάνηκαν διστακτικοί γιατί δεν είχαν στοιχεία ενοχής για κανένα. Και αρνήθηκαν να δώσουν ονόματα.
Ο Βαλής εξεμάνη εναντίον τους κι άρχισε ν’ απειλεί με φυλάκιση ακόμα και τους Τούρκους μπέηδες.
Παρέτυχε εκεί, στο Κονάκι ο Έλληνας συμβολαιογράφος Συραμπιός (;)ο οποίος και μας διηγήθηκε την ιστορία, όταν έγινε κάποτε λόγος για το Σκουλή Μπαμπά.
Απάνω λοιπόν στο κρισιμότερο σημείο της σύσκεψης που ο Βαλής απειλούσε πως μόνος του θα διατάξει συλλήψεις χριστιανών, φθάνει κι ο Σκουλή Μπαμπάς, κρατώντας στο χέρι, ένα μακρύ ξύλο στρογγυλό, ψηλό, με χαρτιά τυλιγμένα στη μέση του.
Ο γέρο καλόγερος ζητά να τον δεχθεί ο Βαλής. Μα οι ζαπτιέδες όπως τον είδαν «τσουλή» τον έδιωξαν. Εκείνος όμως επέμεινε.
Οι Ρεθεμνιώτες μπέηδες αντιλήφθηκαν το επεισόδιο και γνωρίζοντας το ηθικό κύρος, πάνω στο Τούρκικο στοιχείο της Ρεθύμνης, του Σκουλή Μπαμπά, συνέστησαν στο Βαλή να τον ακούσει. Ο Βαλής ύστερα από επίμονη άρνηση υπεχώρησε στην επιμονή του καλόγερου και με θυμό τον κάλεσε να πει γρήγορα ό,τι είχε να πει. Ο καλόγερος τότε του έδωσε το μακρύ ξύλο και του είπε να διαβάσει το χαρτί που ήταν επάνω. Ο Βαλής έβγαλε ένα φύλλο, αλλά ήταν άγραφο. Και με θυμό είπε στον Σκουλή Μπαμπά ότι δεν γράφει τίποτα.
-Σιγά σιγά του είπε ήρεμα εκείνος. Βγάνε φύλλα μέχρι να βρεις ένα να γράφει και τότε διάβασέ το.
Η περιέργεια που στάθηκε πιο δυνατή από το θυμό έπεισε το Βαλή να πράξει όπως είπε ο καλόγερος. Άρχισε λοιπόν να βγάζει το ένα φύλλο πίσω από το άλλο. Όλα ήταν άγραφα.
Στο τέλος έφθασε στο γυμνό ξύλο.
Απάνω εκεί ο Σκουλή Μπαμπάς έγραφε με κεφαλαία γράμματα ΕΣΟ ΔΙΚΑΙΟΣ.
Ο Βαλής θύμωσε περισσότερο και σήκωσε το ξύλο να χτυπήσει τον καλόγερο. Μα την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε. Η αμαρτία θα βάραινε στη συνείδησή του αν τα έβαζε με έναν άνθρωπο που υπηρετούσε την πίστη του. Ύστερα απεσύρθη σε ένα παράθυρο τη μια κοιτάζοντας το ξύλο, την άλλη τη θάλασσα. Σε λίγο γύρισε και κοίταξε το Σκουλή Μπαμπά. Εκείνος έκανε τεμενά κι έφυγε.
Ο Βαλής τότε αφού σκέφτηκε πολύ, είπε στους προύχοντες πως θα συνεχίσουν τη σύσκεψη το απόγευμα. Μα όταν το απόγευμα οι προύχοντες γύρισαν στη Νομαρχία, ο Νομάρχης τους είπε ότι ο Βαλής έφυγε χωρίς να πει τίποτα.
Η ηθική του Σκουλή Μπαμπά έσωσε τους Ρεθεμνιώτες χριστιανούς . Μα και την Τουρκική Διοίκηση από την παρανομία».



Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

ΠΗΓΗ Κρητική Επιθεώρηση 1948




Η συγκοινωνία του Ρεθέμνου τον παλίο καιρο

                                        Η Πόρτα Guora, Μεγάλη Πόρτα
                             για τους Ρεθυμνιώτες σε φωτογραφία του Gerola.


                                           ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
                                       " ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΕΤΗ ΣΑΣ"


Περασμένα χρόνια,που το αυτοκίνητο δεν είχε κάμη ακόμα την εμφάνιση του και αμαξιτοί δρόμοι δεν υπήρχον,για τη συγκοινωνία του Ρεθέμνου με τα χωργιά,ολη η κίνηση η συγκοινωνιακή γίνονταν με τα φτωχά γαιδουράκια,τα ύπουλα μουλάργια και τα υπερήφανα αραβοκρητικά άλογα.Οι δρόμοι του Ρεθέμνου την εποχή εκείνη,ήταν στρωμένοι με χονδρές στρογγυλές ή πολύγωνες πέτρες,σίδηρο γρανίτου,προσηρμοσμένες τεχνικά μεταξύ τους,που λέγονταν "καλντερήμι,έδιδαν στα πέταλα των λογινώ,την ευκαιρίαν να επιδέυουν με το κτύπημα τους την αβελτοσύνη των ζώων.
Τις πρωινές ώρες,η Μεγάλη Πόρτα και η Άμμο-Πόρτα με τα δυτσάρσια τους,που οδηγούσαν το πρώτο προς το Με'ι'ντάνι και το δέυτερο προς το Λιμάνι,σενεπέρνουνταν,με το ποδοβολητό των ζώων.
Φορτωμένοι με ασκιά γεμάτα λάδι,ξεφόρντωναν στους λαδομαγατζέδεςΑπο το χρυσάφι των ελαιοδένδρων του Ρεθέμνου.
Γουρνάς,τζο λαπάντε,λαπάντε άκουε κανείς να φωνάζουν οι λαδάδες αμαζόνιες το λάδι.
Και το μεσημέρι τ'απομεσήμερο,καβαλάρης στα ζώα τους,οι χωρικοί ξανάφευγαν με τα ζώα φορτωμένα με λογής λογής πουσούνια.
Άλλοι πήγαιναν στα χωργιά τους κι'αλλοι ήρχουνταν ευχαριστημένοι,με τη πουλησά τους,ευχαριστημένοι με την αγορά τους και κουβέντιαζαν αναμεταξύ τους στο δρόμο,περί αέρων και υδάτων.
Κι'οντας δυο παρέες ανταμόνονταν στο δρόμο,ώρα καλή Σας έλεγε η μια,καλώς ορίσατε απαντούσε η άλλη.
Κι άλλος,πειό γέρος,χαιρετά τους διαβάτες,μ'ενα πειό όμηρικό χαιρετισμό.
Πολλά τα έτη σας...
Καλώς ορίσατε,του απαντούν.
Στο μεσόστρατο,κάποιο μεμονωμένο σπίτι,διατηρεί καφενείο,πρόχειρο μαγηρείο και κανένα σοφά για ύπνο.
Είναι πανδοχείο και στην Κρητική διάλεκτο,λέγεται χάνι.
Στ'Αδαμάκι το χάνι στα τρία μοναστήρια στου Σίφη,το χάνι,προς τους Ποταμούς,μεσοκουρασμένοι οι διαβάτες σταματούν,να ανασάνουν.
Πολλά τα έτη σας.
Καλώς ορίσατε.
Βάλε μας,μια τσικουδιά στα όρθια.
Και ξαναξεκινούσαν για το χωργιό.
Σήμερο το αυτοκίνητο όλα αυτά τα μετέβαλε σε σκόνη,που οι γοργοί τροχοί του,την σηκώνουν ψηλά και την πετούν άχρηστη,στα βάθη της γειτονικής χαράδρας.
Τρέχοντας με τριάντα χιλιόμετρα την ώρα,άψυχα όπως είναι,δεν χρειάζονται χάνια.
Και προσπερνούν το'να τ'άλλο,στη συναντήσι τους,με τόση ταχύτητα,ώστε οι επιβάτες,δεν προφθαίνουν να χαιρετισθούν.
Άυριο τ'αεροπλάνο και μεθαύριο η ρουκέτα,θα μιλήσει κι'αυτή για το αυτοκίνητο,όπως αυτό μιλεί σήμερο για το γιοργαλίδικο μουλάρι και για το Βιβλικό Πανδοχείο του Αδαμάκι.


Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης  Μιχ.  Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος


Κ.
ΠΗΓΗ Κρητική Επιθεώρηση 1948

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

"Μεσκινιά" Η Σπιναλόγκα του Ρεθύμνου εν έτη 1850


Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης  Μιχ.  Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

http://topaliorethemnos.blogspot.com/

                      

Η μοναδική φωτογραφία της Μεσκινιάς του Ρεθύμνου, τραβηγμένη από τον περιηγητή Simonelli, το 1893
Φωτο Γ.Π. Εκκεκάκης

"ΜΕΣΚΙΝΙΑ"
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Ένας σωρός σπιτάκια,πάνω από το σημερινό νεκροταφείο.Ενα μικρό χωριό η μια συνοικία του Ρεθέμνου που πήρε το όνομα "Μεσκινιά" απο τους παλιούς κατοίκους της,τους μεσκίνιδες.
Μεσκίνης,μια Τουρκόφωνη λέξη που σημαίνει λεπρός.
Ίσαμε,τους χρόνους της Κρητικής Πολιτείας,πράγματι εκεί κάθονταν μόνο λεπροί.Κυκλοφορούσαν ζητιανεύοντας ελεύθερα στην Πόλη του Ρεθύμνου και νερό έπερναν απο τη Βρύση που σήμερο είναι κολλημένη στη ΒΔ γωνιά του Δημοτικού κήπου,που λέγεται κι ακόμα δημέρα μεσκινόβρυση.
Δράμα ολόκληρο η μάλλον Αισχύλος τραγωδία,η μεσκινιά στο καιρό της.Άνθρωποι με πεσμένες μύτες,με σαπιμένα αυτιά με Ιώβιες πληγές στα πόδια στα χέρια,με μαδημένα φρύδια και μαλλιά αφίνοντες στα γύρω τη βαριά δυσωδία της λέπρας,ζούσαν εκεί μέσα σε ανήλια καθυγρά και ακάθαρτα σπιτάκια,χωρίς καμιά φροντίδα.
Άλλοι μπορούσαν να σύρουν το πληγιασμένο πτώμα τους,εις τα σοκάκια του Ρεθέμνου ζητώντας λίγο ψωμί ή καμμιά δεκάρα,άλλοι ακίνιτοι σε μια καρέκλαστη πόρτα του σπιτιού των,με τα χέρια πεσμένα από τη λεπρική γάγραινα με τα πόδια ολόπρηστα απο τη λεπρική ελεφαντίαση,έβλεπαν να σαπίζουν κάθε μέρα με την μέρα,παρουσιάζοντες στον ήλιο,το δράμα που κλείνει κάθε νιόσκπτος τάφος.
Νεκροί αυτοί,τάφος το σπίτι του,όπως ηταν γεμάτο ακαθαρσίες και υγρασία.
Κι όμως εζούσεν.Μέσα σε μια πολιτεία,σκορπίζοντας στο διάβα του το μικρόβιο της λέπρας,τον βακίλλο του Χάνσεν,κι είναι τρομερά μεταδοτική η αναθεματισμένη αυτή αρρώστια.
Μια σωστή κόλαση του Δάντη,η Μεσκινιά.Γιατί καθώς τους έλειπαν οι μύτες,τα χέρια τα πόδια,καθώς το βλέμμα τους ήταν άγριο το Λεόντιο προσωπείο εθύμιζαν τις σελίδες της κόλασης του Δάντη,κι άθελα ο επισκέπτης τους θυμίζουνταν τα λόγια του συνοδού του ποιητή στην κόλαση ''γκουάρτα ε πάσα''.
Και πραγματικά,περνά κανείς γρήγορα τα σπίτια του κάθε Λεπροκομείου, σπρωγμένος απο μια περιέργεια,μα κι από μια βία, να φύγει γρήγορα απο τον κόσμο που τον τρομάζει και τον ταράσσει σαν βρυκόλας.
Καθώς ήταν επάνω από το Νεκροταφείο,η Μεσκινιά,στο κάθε σπίτι της,στον κάθε κάτοικο του,μπορούσες να δεις εύκολα κάθε κλειστός τάφος,του Νεκροταφείου.
Τι δαιμονισμένη σύμπτωση.Αν ο Βασιλεύς Φίλλιππος είχε προστάξει τον υπηρέτη του,κάθε πρωί ξυπνώντας τον,να του υπενθυμίζει πως είναι άνθρωπος,το Ρέθεμνος βάζοντας την Μεσκινιά πάνω από το Νεκροταφείο του,έβλεπε κάθε μέρα,που καταντά ο άνθρωπος.
Τι φρικτώδες ντουέτο!!Ενα λεπροκομείο και στα πόδια του,ένα νεκροταφείο!!
Μόνη ισορροπία,στο θέαμα αυτό,ήτο το Τούρκικο Κισμέτ.
Ο Βαρύς ναργιλές,το παχύ καντα'ί'φι,το ραχατλήδικο κρεβάτι,για το πρόσκαιρο αυτό κόσμο,εζητούσε ο Τούρκος.
Κι ύστερα,όχι τάφος.
Όχι ο καθρέφτης του,η  Μεσκινιά,μόνο Ούρι φιλήδονα,παραμυθένια και πιλάφι!!Και ζωή αιώνια.
Μέσα στη νοοτροπία αυτή της εποχής εκείνης ψάξετε και θα βρείτε την αδιαφορία του Ρεθέμνου,τότε για την Μεσκινιά.
Ύστερα,οι Λεπροί πήγαν στην Σπιναλόγκα.
Και τώρα που το νεκροταφείο μπήκε αναμεσή στα σπίτια τα εξοχικάτου Ρεθέμνου και τα ερημικά καντυλάκια του ενοχλουνται από τα ηλεκτρικά λαμπιόνια μας,πρέπει κι αυτό να πάει σε κάποια ερημία ήσυχη,όχι γιατί μας ενοχλεί,μα για να μην τους ενοχλούμε τη φιλόσοφο ρέμβη του, με το μεταπολεμικό παγκόσμιο κομφούζιο,το νέο πύργο της Βαβέλ.



ΠΗΓΗ Κρητική Επιθεώρηση 1950

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

ΠΑΛΙΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΕΘΕΜΝΟΥ ΣΚΟΥΛΗ ΜΠΑΜΠΑΣ

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης  Μιχ.  Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

http://topaliorethemnos.blogspot.com/
                                              
                                                ΣΚΟΥΛΗ ΜΠΑΜΠΑΣ                                  
                                        Φωτό απο Ρεθεμνιώτικα  Νέα
                                        Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Περνούμε τα πρωτα χρόνια της Κρητικής Ελευθερίας.
Ζούμε την περίοδο της Κρητικής Αυτονομίας.
Οι Τούρκοι στο Ρέθυμνο,με τα κτυπητά κόκκινα φέσα τους και τη κατακόκκινη ζώνη τους και πολλές φορές και με κτυπητά ροζ πουκάμισα,φαίνονται στο Με'ι'ντάνι,περισσότεροι από τους Ρωμηούς.
Ίσως και να μη ήσαν και η πλειονότης των,να οφείλετο μόνο στα κτυπητά χρώματα της φορεσιάς των.
Ένας γέρος Τούρκος,εβδομηντάρης,πρωί πρωί,στου Αλή Α'ι'τζή τη Βρύση τη γωνία του δρόμου που πάει σήμερο προς την Εθνίκη Τράπεζα,απο την μεργιά της Κεντρικής αγοράς μοιράζει ψωμί σε καμιά δεκαριά αδέσποτους σκύλους και μεταλλίκια (λεπτά) σε διάφορα παιδιά που τον περιτριγύριζαν.
Μπες μεταλλίκ σκουλί μπαμπά έλεγαν τα παιδιά και κείνος έβγαζε από την τσέπη του, μεταλλίκια και τα σκοπούσε στα παιδιά.
Άνοιγε ύστερα τη βρύση και πότιζε τους σκύλους.
Και σε λίγο ακολουθούμενος από σκύλους και παιδιά εξηκολουθεί το δρόμο του.
Μετριού αναστήματος,ήταν ο Σκουλή Μπαμπας.
Ιερωμένος,φορούσε γύρω στο φέσι του, άσπρο σάρ'κι.
Μελαχρινός,με γένια αραιά.
Για φόρεμα φορούσε ένα καλοφερικό μονοκόματο αντέρι,που φενόνταν,σαν καμωμένο από πάπλωμα,με κλαδωτό ύφασμα.
Ξεκάλτσωτο,με παντούφλες,ακουμούσε πάνω σε μια ψηλή ακουμπίστρα, πούμιαζε με δεκανίκι.
Αποζούσε,από μια υψηλόφρονη ζητιάνα.
Γιατί ο Σκουλή Μπαμπάς ζητούσε χρήματα μόνο από πλούσια σπίτια και μαγαζιά.
Ε!και τι εξαιρετικό είχε για να τον περιγράψωμε σήμερο.
Ο Σκουλή Μπαμπάς,οτι χρήματα,τρόφημα και ρούχα μάζευε,από τους πλούσιους,τα μοίραζε σε άρρωστους φτωχούς.
Έδιδε ακόμα,σε φτωχά παιδιά και σε αδέσποτους σκύλους.
Τα μπεγόσπιτα,φοβούνταν και σεβόντουσαν,τον καλόγηρο αυτό.
Ήξεραν,πως η φτωχολογιά τον θεωρούσε προστάτη.
Ήξεραν ακόμα,πως χωρίς να 'ναι εκβιαστής,είχε το χάρισμα της πειθώ.
Και ο Σκουλή Μπαμπάς πετύχενε στο σκοπό του.
Έτσι ο γέρως αυτός φτωχός καλόγηρος,ήταν μια ολόκληρη φιλανθρωπική οργάνωση.
Ο έχων δυο χιτώνας,δότω το μη έχοντι τον ένα.
Ασθενής ημίν και ήλθατε προς με.
Εδίψασα και μη εδώσατε να πιώ.
Σ' αυτές τις ηθικές αρχές κινούνταν ο Σκουλή  Μπαμπάς.
Στη μέριμνα του αυτή για τους ανήμπορους,έβαζε μέσα και τους αδέσποτους σκύλους.
Και αυτοί δυστηχείς ήταν.
Το σπίτι του λίγο διέφερε από το πιθάρι του Διογένους.
Και αποταμίευμα δεν είχε.
Οτι μάζευε το 'διδε.Για δικό του,κρατούσε λίγο ψωμί και λίγο φα'ί'.
Δεν ξέρω τι θα έκανε ο Σκουλή Μπαμπάς αν ήτο μπέης με τσιφλίκια.
Κάνει τον άνθρωπο τόσο εγωιστή το χρήμα,ώστε δεν αποκλείεται ο ίδιος αυτός αλτρο'ι'στής,να ήταν,ως πλούσιος αδιάφορος προς την φτώχια και την αρρώστια του συνανθρώπου του.
Τον κρίνομε,ως φτωχό καλό γέρο.Ως ζητιάνο,που μάζευε για να κάνει ελεημοσήνες.
Και στην ψυχή αυτού του φτωχού,βρίσκομε,τον θρίαμβο της Χριστιανικής Ηθικης.
Βρίσκομε,τον αφανή ήρωα του σοσιαλισμού.
Τον άγνωστο μεταλλουργό,που στο διάβα του,τα ράκη που σκέπαζαν το σώμα του,έκριβαν από τους διαβάτες,το ψυχικό του μεγαλείο.
Ήταν ο Άγνωστος,συνάνθρωπος.
Η αρχή του μη γνωτώ η δεξιά σου,τι ποιεί η αριστερά σου.
Μπορούσε,ο Σκουλή Μπαμπάς,να ανοίξει ένα Γραφείο.        
Μπορούσε,να εξοικονομεί ρούχα και χρήματα και συνδιάζων το... τερπνόν μετά του ωφελήμου,να την περνά φράγκα,χάρις εις την... ασθένεια του πλησίον.
Μα ο άγνωστος συνάνθρωπος,εφρόντιζε,για τους αλλους,θυσιάζων τον εαυτό του.
Μα αφού ζούσε,μέσα σε ένα κατόι,αφού δεν είχε δουλειά,αφού δεν είχε τίποτα τι εθυσίαζε.Εθυσίαζε τον οβωλόν της χήρας,εκεί που άλλοι,δεν δίνουν μέρος του περισσεύματος.
Ζενίθ, ο Σκουλή Μπαμπάς και ναδίρ οι άλλοι.
Να γιατί,ο Σκουλή Μπαμπάς βρίσκει θέση,στις εφημερίδες του Ρεθέμνου,ύστερα από τόσα χρόνια.
Για να δούμε,ως σε πιο σημείο εξαγνισμού,μπορεί να φτάσει τον άνθρωπο,η ηθική.
Και σε ποιο αντίθετο δρόμο να τον οδηγήσει,η καμουφλαρισμένη ιδεοκοπία.
Ο τάφος του,είναι το δωμάτιο που είναι κολλητά,στο σημερινό απολυμαντικό κλίβανο.
Σωστό μαυσωλείο.Του το 'κτισαν,οι συμπολίτες του,δοξάζοντες το έργον του.
Έτσι ο  Σκουλή Μπαμπάς,έζησε σε μια τρώγλη,κάτω από τη Φορτέτζα.
Κι ήρθε το σώμα του,αναπαυτικό και μεγαλοπρεπές κονάκι μετά τον θάνατο.
Ο Σκουλή Μπαμπάς,ήταν ο καλύτερος καθηγητής,του Διεθνούς Δικαίου και ο άνθρωπος,που εφήρμωσε καλύτερα από όλους μας,τον Χριστιανισμό.



ΠΗΓΗ Κρητική Επιθεώρηση 1947